Inno alla Libertà

Διονύσιος Σολωμός 1798 – 1857

dionysios_solomos-1.jpg



Διονύσιος Σολωμός 
1798 – 1857  [img]https://cdn.sansimera.gr/media/photos/main/Dionysios_Solomos.jpg[/img]      Ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε στις 8 Απριλίου του 1798 στη Ζάκυνθο, ως εξώγαμο τέκνο του κόντε Νικόλαου Σολωμού και της υπηρέτριάς του Αγγελικής Νίκλη.Σε πολύ μικρή ηλικία έμεινε ορφανός και το 1808 έφυγε για σπουδές στην Ιταλία, με τη συνοδεία του ιταλού δασκάλου του Ρώσση. Επτά χρόνια αργότερα πήρε το απολυτήριο από το Λύκειο της Κρεμόνας και γράφτηκε στο πανεπιστήμιο της Πάβιας, απ' όπου πήρε το πτυχίο της Νομικής. Παράλληλα με τις σπουδές στη νομική, για την οποία ουδέποτε ενδιαφέρθηκε, άρχισε να γράφει στίχους στην ιταλική γλώσσα, ενώ ήρθε σε επαφή με διαπρεπείς φιλοσόφους, φιλολόγους και αξιόλογους εκπροσώπους της λογοτεχνικής κίνησης της εποχής.Το 1818 επέστρεψε στη Ζάκυνθο, όπου παρέμεινε για δέκα χρόνια. Εκεί άρχισε να γράφει τα πρώτα του αξιόλογα στιχουργήματα στα ελληνικά. Το πρώτο εκτενές ελληνικό ποίημά του και πλέον γνωστό είναι ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν, απόσπασμα του οποίου καθιερώθηκε ως Εθνικός μας Ύμνος. Λίγο αργότερα, συνέθεσε το λυρικό ποίημα Εις τον θάνατο του Λορδ Μπάυρον και ακολούθησαν Η καταστροφή των ΨαρώνΗ ΦαρμακωμένηΟ ΛάμπροςΕις ΜοναχήνΟ ΚρητικόςΟι ελεύθεροι πολιορκημένοιΟ Πορφύρας.Στα τέλη του 1828 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Κέρκυρα, συνεχίζοντας την ενασχόλησή του με την ποίηση σχεδόν απομονωμένος. Δεν έκανε ούτε ένα ταξίδι στην ελευθερωμένη Ελλάδα, γιατί, όπως υποστηρίζεται, «δεν εσυνηθούσε να θεατρίζει στο εθνικό του φρόνημα αλλά μες το άγιο βήμα της ψυχής».Στις 3 Φεβρουαρίου του 1849 παρασημοφορήθηκε με το Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος, διότι «με την ποίηση του διέγειρε τα αισθήματα του λαού στον αγώνα για εθνική ανεξαρτησία».Πέθανε στις 9 Φεβρουαρίου του 1857 στην Κέρκυρα, ύστερα από αλλεπάλληλες εγκεφαλικές συμφορήσεις. Τα οστά του μεταφέρθηκαν το 1865 στη Ζάκυνθο και τοποθετήθηκαν αρχικώς σ' ένα μικρό μαυσωλείο στον τάφο του Κάλβου.ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ

ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ

solomos-2.jpg
ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ(Ο Διονύσιος Σολωμός άρχισε να γράφει τον Ύμνο εις την Ελευθερία
το 1822 και τον ολοκλήρωσε το 1823. Το 1865, στη δεύτερη μουσική
σύνθεση του Μάντζαρου, οι δυο πρώτες στροφές έγιναν επισήμως ο
Εθνικός Ύμνος της Ελλάδος.)

1. Σε γνωρίζω από την κόψη
Του σπαθιού την τρομερή,
Σε γνωρίζω από την όψη
Που με βία μετρά τη γη.

2. Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
Των Ελλήνων τα ιερά,
Και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά !

3. Εκεί μέσα εκατοικούσες
Πικραμένη, εντροπαλή,
Κι ένα στόμα ακαρτερούσες,
Έλα πάλι, να σου πη.

4. ’ργειε νάλθη εκείνη η μέρα,
Και ήταν όλα σιωπηλά,
Γιατί τάσκιαζε η φοβέρα
Και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

5. Δυστυχής! Παρηγορία
Μόνη σου έμενε να λες
Περασμένα μεγαλεία
Και διηγώντας τα να κλαις.

6. Και ακαρτέρει, και ακαρτέρει
Φιλελεύθερη λαλιά,
Ένα εκτύπαε τ’ άλλο χέρι
Από την απελπισιά,

7. Κι’ έλεες: πότε, α! πότε βγάνω
Το κεφάλι από τς ερμιές;
Κι αποκρίνοντο από πάνω
Κλάψες, άλυσες, φωνές.

8. Τότε εσήκωνες το βλέμμα
Μες στα κλάιματα θολό,
Και εις το ρούχο σου έσταζ’ αίμα,
Πλήθος αίμα Ελληνικό.

9. Με τα ρούχα αιματωμένα
Ξέρω ότι έβγαινες κρυφά
Να γυρεύης εις τα ξένα
’λλα χέρια δυνατά.

10. Μοναχή το δρόμο επήρες,
Εξανάλθες μοναχή
Δεν είν’ εύκολες οι θύρες,
Εάν η χρεία τες κουρταλή.

11. ’λλος σου έκλαψε εις τα στήθια,
Αλλ’ ανάσασιν καμιά
’λλος σου έταξε βοήθεια
Και σε γέλασε φρικτά.

12. ’λλοι, οϊμέ! στη συμφορά σου
Οπού εχαίροντο πολύ,
Σύρε νάβρης τα παιδιά σου,
Σύρε ελέγαν οι σκληροί.

13. Φεύγει οπίσω το ποδάρι
Και ολοκλήγορο πατεί
Ή την πέτρα ή το χορτάρι
Που τη δόξα σου ενθυμεί.

14. Ταπεινότατη σου γέρνει
Η τρισάθλια κεφαλή,
Σαν πτωχού που θυροδέρνει
Κι’ είναι βάρος του η ζωή.

15. Ναι αλλά τώρα αντιπαλεύει
Κάθε τέκνο σου με ορμή,
Που ακατάπαυστα γυρεύει
Ή τη νίκη ή τη θανή.

16. Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
Των Ελλήνων τα ιερά,
Και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

17. Μόλις είδε την ορμή σου
Ο ουρανός, που για τς εχθρούς
Εις τη γη τη μητρική σου
Έτρεφ’ άνθια και καρπούς,

18. Εγαλήνευσε και εχύθη
Καταχθόνια μία βοή,
Και του Ρήγα σου απεκρίθη
Πολεμόκραχτη η φωνή

19. Όλοι οι τόποι σου σ’εκράξαν
Χαιρετώντας σε θερμά,
Και τα στόματα εφωνάξαν
Όσα αισθάνετο η καρδιά.

20. Εφωνάξανε ως τ’ αστέρια
Του Ιονίου και τα νησιά,
Και εσηκώσανε τα χέρια
Για να δείξουνε χαρά,

21. Μ’ όλον πούναι αλυσωμένο
Το καθένα τεχνικά,
Και εις το μέτωπο γραμμένο
Έχει: Ψεύτρα Ελευθεριά.

22. Γκαρδιακά χαροποιήθη
Και του Βάσιγκτον η γη,
Και τα σίδερα ενθυμήθη
Που την έδεναν και αυτή.

23. Απ’ τον πύργο του φωνάζει,
Σα να λέη σε χαιρετώ,
Και τη χήτη του τινάζει
Το Λεοντάρι το Ισπανό.

24. Ελαφιάσθη της Αγγλίας
Το θηρίο, και σέρνει ευθύς
Κατά τ’άκρα της Ρουσίας
Τα μουγκρίσματα της οργής.

25. Εις το κίνημά του δείχνει
Πως τα μέλη είν’ δυνατά
Και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει
Μια σπιθόβολη ματιά.

26. Σε ξανοίγει από τα νέφη
Και το μάτι του Αετού,
Που φτερά και νύχια θρέφει
Με τα σπλάχνα του Ιταλού

27. Και σ’ εσέ καταγυρμένος,
Γιατί πάντα σε μισεί,
Έκρωζ’ έκρωζε ο σκασμένος,
Να σε βλάψη, αν ημπορή.

28. ’λλο εσύ δεν συλλογιέσαι
Πάρεξ που θα πρωτοπάς
Δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι
Στες βρισιές οπού αγρικάς

29. Σαν τον βράχον οπού αφήνει
Κάθε ακάθαρτο νερό
Εις τα πόδια του να χύνη
Ευκολόσβηστον αφρό,

30. Οπού αφήνει ανεμοζάλη
Και χαλάζι και βροχή
Να του δέρνουν τη μεγάλη,
Την αιώνιαν κορυφή.

31. Δυστυχιά του, ω δυστυχιά του του,
Οποιανού θέλει βρεθή
Στο μαχαίρι σου αποκάτου
Και σ’ εκείνο αντισταθή.

32. Το θηρίο π’ ανανογιέται,
Πως του λείπουν τα μικρά,
Περιορίζεται, πετιέται,
Αίμα ανθρώπινο διψά

33. Τρέχει, τρέχει όλα τα δάση,
Τα λαγκάδια, τα βουνά,
Κι όπου φθάση, όπου περάση,
Φρίκη, θάνατος, ερμιά

34. Ερμιά, θάνατος και φρίκη
Όπου επέρασες κι εσύ
Ξίφος έξω από τη θήκη
Πλέον ανδρείαν σου προξενεί.

35. Ιδού εμπρός σου ο τοίχος στέκει
Της αθλίας Τριπολιτσάς
Τώρα τρόμου αστροπελέκι
Να της ρίψης πιθυμάς.

36. Μεγαλόψυχο το μάτι
Δείχνει, πάντα οπώς νικεί,
Και ας είν’ άρματα γεμάτη
Και πολέμιαν χλαλοή.

37. Σου προβαίνουνε και τρίζουν
Για να ιδής πως είν’ πολλά
Δεν ακούς που φοβερίζουν
’νδρες μύριοι και παιδιά;

38. Λίγα μάτια, λίγα στόματα
Θα σας μείνουνε ανοιχτά
Για να κλαύσετε τα σώματα
Που θε νάβρη η συμφορά.

39. Κατεβαίνουνε, και ανάφτει
Του πολέμου αναλαμπή.
Το τουφέκι ανάβει, αστράφτει,
Λάμπει, κόφτει το σπαθί.

40. Γιατί η μάχη εστάθη ολίγη;
Λίγα τα αίματα γιατί;
Τον εχθρό θωρώ να φύγη
Και στο κάστρο ν’ ανεβή.

41. Μέτρα… είν’ άπειροι οι φευγάτοι,
Οπού φεύγοντας δειλιούν
Τα λαβώματα στην πλάτη
Δέχοντ’, ώστε ν’ ανεβούν.

42. Εκεί μέσα ακαρτερείτε
Την αφεύγατη φθορά
Να, σας φθάνει, αποκριθήτε
Στις νυκτός τη σκοτεινιά.

43. Αποκρίνονται, και η μάχη
Έτσι αρχίζει, οπού μακριά
Από ράχη εκεί σε ράχη
Αντιβούιζε φοβερά.

44. Ακούω κούφια τα τουφέκια,
Ακούω σμίξιμο σπαθιών,
Ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,
Ακούω τρίξιμο δοντιών.

45. Α! Τι νύκτα ήταν εκείνη
Που την τρέμει ο λογισμός;
’λλος ύπνος δεν εγίνη
Πάρεξ θάνατου πικρός.

46. Της σκηνής η ώρα, ο τόπος,
Οι κραυγές, η ταραχή,
Ο σκληρόψυχος ο τρόπος
Του πολέμου, και οι καπνοί,

47. Και οι βροντές, και το σκοτάδι,
Οπού αντίσκοφτε η φωτιά,
Επαράσταιναν τον άδη
Που ακαρτέρειε τα σκυλιά

48. Τ’ ακαρτέρειε. - Εφαίνοντ’ ίσκιοι
Αναρίθμητοι γυμνοί,
Κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
Βρέφη ακόμη εις το βυζί.

49. Όλη μαύρη μυρμηγικάζει,
Μαύρη η εντάφια συντροφιά,
Σαν το ρούχο οπού σκεπάζει
Τα κρεβάτια τα στερνά.

50. Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι
Επετιούντο από τη γη,
Όσοι είν’ άδικα σφαγμένοι
Από τούρκικην οργή.

51. Τόσα πέφτουνε τα θέρι-
σμένα αστάχια εις τους αγρούς
Σχεδόν όλα εκειά τα μέρη
Εσκεπάζοντο απ’ αυτούς.

52. Θαμποφέγει κανέν’ άστρο,
Και αναδεύοντο μαζί,
Αναβαίνοντας το κάστρο
Με νεκρώσιμη σιωπή.

53. Έτσι χάμου εις την πεδιάδα,
Μες στο δάσος το πυκνό,
Όταν στέλνη μίαν αχνάδα
Μισοφέγγαρο χλωμό,

54. Εάν οι άνεμοι μες στ’ άδεια
Τα κλαδιά μουγκοφυσούν,
Σειούνται, σειούνται τα μαυράδια,
Οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.

55. Με τα μάτια τους γυρεύουν
Όπου είν’ αίματα πηχτά,
Και μες στ’ αίματα χορεύουν
Με βρυχίσματα βραχνά,

56. Και χορεύοντας μανίζουν
Εις τους Έλληνας κοντά,
Και τα στήθια τους εγγίζουν
Με τα χέρια τα ψυχρά.

57. Εκειό το έγγισμα πηγαίνει
Βαθιά μες στα σωθικά,
Όθεν όλη η λύπη βγαίνει,
Και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.

58. Τότε αυξαίνει του πολέμου
Ο χορός τρομακτικά,
Σαν το σκόρπισμα του ανέμου
Στου πελάου τη μοναξιά.

59. Κτυπούν όλοι απάνου κάτου
Κάθε κτύπημα που εβγή
Είναι κτύπημα θανάτου,
Χωρίς να δευτερωθή.

60. Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει
Λες και εκείθεν η ψυχή
Απ’ το μίσος που την καίει
Πολεμάει να πεταχθή.

61. Της καρδίας κτυπίες βροντάνε
Μες στα στήθια τους αργά,
Και τα χέρια οπού χουμάνε
Περισσότερο είν’ γοργά.

62. Ουρανός γι’αυτούς δεν είναι,
Ουδέ πέλαγο, ουδέ γη
Γι’ αυτούς όλους το παν είναι
Μαζωμένο αντάμα εκεί.

63. Τόση η μάνητα και η ζάλη,
Που στοχάζεσαι, μη πως
Από μία μεριά και απ’ άλλη
Δεν μείνη ένας ζωντανός.

64. Κοίτα χέρια απελπισμένα
Πώς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
Χέρια, πόδια, κεφαλές,

65. Και παλάσκες και σπαθία
Με ολοσκόρπιστα μυαλά,
Και με ολόσχιστα κρανία
Σωθικά λαχταριστά.

66. Προσοχή καμία δεν κάνει
Κανείς, όχι εις τη σφαγή
Πάνε πάντα εμπρός. Ω! Φθάνει,
Φθάνει, έως πότε οι σκοτωμοί;

67. Ποίος αφήνει εκεί τον τόπο,
Πάρεξ όταν ξαπλωθή;
Δεν αισθάνονται τον κόπο
Και λες κι’ είναι εις την αρχή.

68. Ολιγόστευαν οι σκύλοι,
Και Αλλά εφώναζαν, Αλλά
Και των Χριστιανών τα χείλη
Φωτιά εφώναζαν, φωτιά.

69. Λεονταρόψυχα εκτυπιούντο,
Πάντα εφώναζαν φωτιά,
Και οι μιαροί κατασκορπιούντο,
Πάντα σκούζοντας Αλλά.

70. Παντού φόβος και τρομάρα
Και φωνές και στεναγμοί
Παντού κλάψα, παντού αντάρα,
Και παντού ξεψυχισμοί.

71. Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλι
Εις τ’ αυτιά δεν του λαλεί.
Όλοι χάμου εκτίτοντ’ όλοι
Εις την τέταρτη αυγή.

72. Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη
Και κυλάει στη λαγκαδιά,
Και το αθώο χόρτο πίνει
Αίμα αντίς για τη δροσιά.

73. Της αυγής δροσάτι αέρι,
Δεν φυσάς τώρα εσύ πλιό
Στων ψευδόπιστων το αστέρι
Φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ.

74. Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
Των Ελλήνων τα ιερά,
Και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

75. Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι
Δεν λάμπ’ ήλιος μοναχά
Εις τους πλάτανους, δεν λάμπει
Εις τ’ αμπέλια, εις τα νερά

76. Εις τον ήσυχον αιθέρα
Τώρα αθώα δεν αντηχεί
Τα λαλήματα η φλογέρα,
Τα βελάσματα το αρνί

77. Τρέχουν άρματα χιλιάδες
Σαν το κύμα εις το γιαλό
Αλλ’ οι ανδρείοι παλληκαράδες
Δεν ψηφούν τον αριθμό.

78. Ω τρακόσιοι! Σηκωθήτε
Και ξανάλθετε σ’ εμάς
Τα παιδιά σας θέλ’ ιδήτε
Πόσο μοιάζουνε με σας.

79. Όλοι εκείνοι τα φοβούνται
Και με πάτημα τυφλό
Εις την Κόρινθο αποκλειούνται
Κι’ όλοι χάνουνται απ’ εδώ.

80. Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου
Πείναν και Θανατικό
Που με σχήμα ενός σκελέθρου
Περπατούν αντάμα οι δύο

81. Και πεσμένα εις τα χορτάρια
Απεθαίνανε παντού
Τα θλιμμένα απομεινάρια
Της φυγής και του χαμού.

82. Και εσύ αθάνατη, εσύ θεία,
Που ό,τι θέλεις ημπορείς,
Εις τον κάμπο, Ελευθερία,
Ματωμένη περπατείς.

83. Στη σκιά χεροπιασμένες,
Στη σκιά βλέπω κι’ εγώ
Κρινοδάκτυλες παρθένες
Οπού κάνουνε χορό.

84. Στο χορό γλυκογυρίζουν
Ωραία μάτια ερωτικά,
Και εις την αύρα κυματίζουν
Μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά

85. Η ψυχή μου αναγαλλιάζει
Πώς ο κόρφος καθεμιάς
Γλυκοβύζαστο ετοιμάζει
Γάλα ανδρείας και ελευθεριάς.

86. Μες στα χόρτα, τα λουλούδια,
Το ποτήρι δεν βαστώ
Φιλελεύθερα τραγούδια
Σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.

87. Απ’τα κόκαλα βγαλμένη
Των Ελλήνων τα ιερά,
Και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

88. Πήγες εις το Μεσολόγγι
Την ημέρα του Χριστού,
Μέρα που άνθισαν οι λόγγοι
Για το τέκνο του Θεού.

89. Σούλθε εμπρός λαμποκοπώντας
Η Θρησκεία μ’ ένα σταυρό,
Και το δάκτυλο κινώντας
Οπού ανεί τον ουρανό,

90. Σ’αυτό, εφώναξε, το χώμα
Στάσου ολόρθη, Ελευθεριά
Και φιλώντας σου στο στόμα
Μπαίνει μες στην εκκλησιά.

91. Εις την τράπεζα σιμώνει
Και το σύγνεφο το αχνό
Γύρω γύρω της πυκνώνει
Που σκορπάει το θυμιατό.

92. Αγρικάει την ψαλμωδία
Οπού εδίδαξεν αυτή
Βλέπει τη φωταγωγία
Στους Αγίους εμπρό χυτή

93. Ποιοι είν’ αυτοί που πλησιάζουν
Με πολλή ποδοβολή,
Κι’ άρματ’, άρματα ταράζουν;
Επετάχτηκες εσύ.

94. Α! Το φως που σε στολίζει,
Σαν ηλίου φεγγοβολή,
Και μακρόθεν σπινθηρίζει,
Δεν είναι, όχι, από τη γη

95. Λάμψιν έχει όλη φλογώδη
Χείλος, μέτωπο, οφθαλμός
Φως το χέρι, φως το πόδι
Κι’ όλα γύρω σου είναι φως.

96. Το σπαθί σου αντισηκώνεις,
Τρία πατήματα πατάς,
Σαν τον πύργο μεγαλώνεις,
Και εις το τέταρτο κτυπάς.

97. Με φωνή που καταπείθει
Προχωρώντας ομιλείς
«Σήμερ’, άπιστοι, εγεννήθη
Ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής.

98. Αυτός λέγει… Αφοκρασθήτε:
Εγώ είμ’ ’λφα, Ωμέγα εγώ
Πέστε, που θ’ αποκρυφθήτε
Εσείς όλοι, αν οργισθώ;

99. Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω,
Που μ’ αυτήν αν συγκριθή
Κείνη η κάτω οπού σας έχω
Σαν δροσιά θέλει βρεθή.

100. Κατατρώγει, ωσάν τη σχίζα,
Τόπους άμετρα υψηλούς,
Χώρες, όρη από τη ρίζα,
Ζώα και δένδρα και θνητούς.

101. »Και το πάν το κατακαίει,
Και δεν σώζεται πνοή,
Πάρεξ του άνεμου που πνέει
Μες στη στάχτη τη λεπτή».

102. Κάποιος ήθελε ερωτήσει:
Του θυμού του είσαι αδελφή;
Ποιός είν’ άξιος να νικήση,
Ή με σε να μετρηθή;

103. Η γη αισθάνεται την τόση
Του χεριού σου ανδραγαθιά,
Που όλην θέλει θανατώσει
Τη μισόχριστη σπορά.

104. Την αισθάνονται, και αφρίζουν
Τα νερά, και τ’ αγρικώ
Δυνατά να μουρμουρίζουν
Σαν να ρυάζετο θηριό.

105. Κακορίζικοι, που πάτε
Του Αχελώου μες στη ροή,
Και πιδέξια πολεμάτε
Από την καταδρομή

106. Να αποφύγετε! Το κύμα
Έγινε όλο φουσκωτό
Εκεί ευρήκατε το μνήμα
Πριν να ευρήτε αφανισμό.

107. Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
Κάθε λαρυγγας εχθρού,
Και το ρεύμα γαργαρίζει
Τες βασφήμιες του θυμού.

108. Σφαλερά τετραποδίζουν
Πλήθος άλογα, και ορθά
Τρομασμένα χλιμιτρίζουν
Και πατούν εις τα κορμιά.

109. Ποίος στον σύντροφον απλώνει
Χέρι, ωσάν να βοηθηθή
Ποίος τη σάρκα του δαγκώνει
Όσο οπού να νεκρωθή

110. Κεφαλές απελπισμένες,
Με τα μάτια πεταχτά,
Κατά τ’άστρα σηκωμένες
Για την ύστερη φορά.

111. Σβιέται -αυξαίνοντας η πρώτη
Του Αχελώου νεροσυρμή-
Το χλιμίτρισμα, και οι κρότοι,
Και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.

112. Έτσι ν’ άκουα να βουίξη
Τον βαθύν Ωκεανό,
Και στο κύμα του να πνίξη
Κάθε σπέρμα Αγαρηνό.

113. Και εκεί πούναι η Αγία Σοφία,
Μες στους λόφους τους επτά,
Όλα τ’άψυχα κορμία
Βραχοσύντριφτα, γυμνά,

114. Σωριασμένα να τα σπρώξη
Η κατάρα του Θεού,
Κι απ’ εκεί να τα μαζώξη
Ο αδελφός του Φεγγαριού

115. Κάθε πέτρα μνήμα ας γένη,
Και η θρησκεία κι’ η Ελευθεριά
Μ’ αργοπάτημα ας πηγαίνη
Μεταξύ τους, και ας μετρά.

116. Ένα λείψανο ανεβαίνει
Τεντωτό, πιστομητό,
Κι’ άλλο ξάφνου κατεβαίνει
Και δεν φαίνεται και πλιό.

117. Και χειρότερα αγριεύει
Και φουσκώνει ο ποταμός
Πάντα πάντα περισσεύει
Πολυφλοίσβισμα και αφρός.

118. Α! Γιατί δεν έχω τώρα
Τη φωνή του Μωυσή;
Μεγαλόφωνα, την ώρα
Οπού εσβηούντο οι μισητοί,

119. Τον Θεόν ευχαριστούσε
Στου πελάου τη λύσσα εμπρός,
Και τα λόγια ηχολογούσε
Αναρίθμητος λαός

120. Ακλουθάει την αρμονία
Η αδελφή του Ααρών,
Η προφήτισσα Μαρία,
Μ’ ένα τύμπανο τερπνόν,

121. Και πηδούν όλες οι κόρες
Με τις αγάλες ανοικτές,
Τραγουδώντας, ανθοφόρες,
Με τα τύμπανα τερπνόν,

122. Σε γνωρίζω από την κόψη
Του σπαθιού την τρομερή,
Σε γνωρίζω από την όψη
Που με βία μετράει τη γη.

123. Εις αυτήν, είν’ ξανουσμένο,
Δεν νικιέσαι εσύ ποτέ
Όμως, όχι, δεν είν’ ξένο
Και το πέλαγο για σε.

124. Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει
Κύματ’ άπειρα εις τη γη,
Με τα οποία την περιζώνει,
Κι’ είναι εικόνα σου λαμπρή.

125. Με βρυχίσματα σαλεύει
Που τρομάζει η ακοή
Κάθε ξύλο κινδυνεύει
Και λιμιώνα αναζητεί

126. Φαίνετ’ έπειτα η γαλήνη
Και το λάμψιμο του ηλιού,
Και τα χρώματα αναδίνει
Του γλαυκότατου ουρανού.

127. Δεν νικιέσαι, είν’ ξακουσμένο,
Στην ξηρά εσύ ποτέ
Όμως, όχι, δεν είν’ ξένο
Και το πέλαγο για σε.

128. Περνούν άπειρα τα ξάρτια,
Και σαν λόγγος στριμωχτά
Τα τρεχούμενα κατάρτια,
Τα ολοφούσκωτα πανιά.

129. Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις,
Και αγκαλά δεν είν’ πολλές,
Πολεμώντας, αλλά διώχνεις,
’λλα παίρνεις, αλλά καις

130. Με επιθύμια να τηράζης
Δύο μεγάλα σε θωρώ,
Και θανάσιμον τινάζεις
Εναντίον τους κεραυνό.

131. Πιάνει, αυξάνει, κοκκινίζει,
Και σηκώνει μια βροντή,
Και το πέλαο χρωματίζει
Με αιματόχροη βαφή.

132. Πνίγοντ’ όλοι οι πολεμάρχοι
Και δεν μνέσκει ένα κορμί
Χάρου, σκιά του Πατριάρχη,
Που σ’ επέταξαν εκεί.

133. Εκρυφόσμιγαν οι φίλοι
Με τς εχθρούς τους τη Λαμπρή,
Και τους έτρεμαν τα χείλη
Δίνοντάς τα εις το φιλί.

134. Κειες τες δάφνες που εσκορπίστε
Τώρα πλέον δεν τες πατεί,
Και το χέρι οπού εφιλήστε
Πλέον, α! Πλέον δεν ευλογεί.

135. Όλοι κλαύστε. Αποθαμένος
Ο αρχηγός της Εκκλησιάς
Κλαύστε, κλαύστε κρεμασμένος
Ωσάν νάτανε φονιάς.

136. Έχει ολάνοικτο το στόμα
Π’ ώρες πρώτα είχε γευθή
Τ’ ’γιον Αίμα, τ’ ’γιον Σώμα
Λες πως θε να ξαναβγή

137. Η κατάρα που είχε αφήσει
Λίγο πριν να αδικηθή
Εις οποίον δεν πολεμήση
Και ημπορεί να πολεμή.

138. Την ακούω, βροντάει, δεν παύει
Εις το πέλαγο, εις τη γη,
Και μουγκρίζοντας ανάβει
Την αιώνιαν αστραπή.

139. Η καρδιά συχνοσπαράζει…
Πλην τι βλέπω; σοβαρά
Να σωπάσω με προστάζει
Με το δάκτυλο η θεά.

140. Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη
Τρεις φορές μ’ανησυχιά
Προσηλώνεται κατόπι
Στην Ελλάδα, και αρχινά:

141. «Παλληκάρια μου! Οι πολέμιοι
Για σας όλοι είναι χαρά,
αι το γόνα σας δεν τρέμει
Στους κινδύνους εμπροστά..

142. »Απ’ εσάς απομακραίνει
Κάθε δύναμη εχθρική
Αλλά ανίκητη μια μένει
Που τες δάφνες σας μαδεί

143. »Μία, που όταν ωσάν λύκοι
Ξαναρχόστενε ζεστοί,
Κουραμένοι από τη νίκη,
Αχ! Τον νουν σας τυραννεί.

144. »Η Διχόνοια που βαστάει
Ενα σκήπτρο η δολερή
Καθενός χαμογελάει,
Πάρ’ το, λέγοντας, και συ.

145. »Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει
Έχει αλήθεια ωραία θωριά
Μην το πιάστε, γιατί ρίχνει
Εισέ δάκρυα θλιβερά.

146. »Από στόμα οπού φθονάει,
Παλληκάρια, ας μην ‘πωθή,
Πως το χέρι σας κτυπάει
Του αδελφού την κεφαλή.

147. »Μην ειπούν στο στοχασμό τους
Τα ξένα έθνη αληθινά:
Εάν μισούνται ανάμεσό τους
Δεν τους πρέπει ελευθεριά.

148. »Τέτοια αφήστενε φροντίδα
Όλο το αίμα οπού χυθή
Για θρησκεία και για πατρίδα
Όμοιαν έχει την τιμή.

149. Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε
Για πατρίδα, για θρησκειά,
Σας ορκίζω, αγκαλιασθήτε
Σαν αδέλφια γκαρδιακά..

150. Πόσον λείπει, στοχασθήτε,
Πόσο ακόμη να παρθή
Πάντα η νίκη, αν ενωθήτε,
Πάντα εσάς θ’ ακολουθή.

151. »Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία!…
Καταστήστε ένα σταυρό,
Και φωνάξετε με μία:
Βασιλείς, κοιτάξτ’ εδώ.

152. »Το σημείον που προσκυνάτε
Είναι τούτο, και γι’αυτό
Ματωμένους μας κοιτάτε
Στον αγώνα το σκληρό.

153. »Ακατάπαυστα το βρίζουν
Τα σκυλιά και το πατούν
Και τα τέκνα του αφανίζουν
Και την πίστη αναγελούν.

154. »Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη
Αίμα αθώο χριστιανικό,
Που φωνάζει από τα βάθη
Της νυκτός: Να’ κδικηθώ.

155. »Δεν ακούτε, εσείς εικόνες
Του Θεού, τέτοια φωνή;
Τώρα επέρασαν αιώνες
Και δεν έπαυσε στιγμή.

156. »Δεν ακούτε; εις κάθε μέρος
Σαν του Αβέλ καταβοά
Δεν είν’ φύσημα του αέρος
Που σφυρίζει εις τα μαλλιά.

157. »Τι θα κάμετε; θ’ αφήστε
Να αποκτήσωμεν εμείς
Λευθερίαν, ή θα την λύστε
Εξ αιτίας Πολιτικής;

158. »Τούτο ανίσως μελετάτε,
Ιδού, εμπρός σας τον Σταυρό
Βασιλείς! Ελάτε, ελάτε, Και
κτυπήσετε κι’ εδώ».

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ

90da3dd5fc8198bc1958caafef336173.jpg
   Όσοι το χάλκεον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας, ας έχωσι·
θέλει αρετήν και τόλμην
                η ελευθερία.   
  5                    β΄.
    Αυτή (και ο μύθος κρύπτει
νουν αληθείας) επτέρωσε
τον Ίκαρον· και αν έπεσεν
ο πτερωθείς κ' επνίγη
                θαλασσωμένος·     10                   γ΄.
    Αφ' υψηλά όμως έπεσε,
και απέθανεν ελεύθερος. ―
Αν γένης σφάγιον άτιμον
ενός τυράννου, νόμιζε
                φρικτόν τον τάφον.     15                   δ΄.
    Mούσα το Iκάριον πέλαγος
έχεις γνωστόν. Nα η Πάτμος,
να αι Kορασσίαι, κ' η Kάλυμνα
που τρέφει τας μελίσσας
                με' αθέριστα άνθη.     20                   ε΄.
    Nα της αλόης η νήσος,
και η Kως ευτυχεστάτη,
η τις του κόσμου εχάρισε
τον Απελλήν και αθάνατον
                τον Iπποκράτην.     25                   ς΄.
    Iδού και ο μέγας τρόμος
της Ασίας γης, η Σάμος·
πλέξε δι' αυτήν τον στέφανον
υμνητικόν και αιώνιον
                λυρική κόρη.     30                   ζ΄.
    Αυτού, ενθυμάσαι, εγέμιζες
του τέιου Ανακρέοντος
χαρμόσυνον κρατήρα,
κ' έστρωνες δια τον γέροντα
                δροσόεντα ρόδα.     35                   η΄.
    Αυτού, του Oμήρου εδίδασκες
τα δάκτυλα 'να τρέχουσι
με' την ωδήν συμφώνως,
όταν τα έργα ιστόρει
                θεών και ηρώων.     40                   θ΄.
    Αυτού, τα χρυσά έπη
εμψύχωνες εκείνου,
δι' ου τα νέφη εσχίσθησαν
και των άστρων εφάνηκεν
                η αρμονία.     45                   ι΄.
    Ω κατοικία Zεφύρων,
όταν αλλού του ηλίου
καίουν τα βουνά η ακτίνες,
ή τον χειμώνα η νύκτα
                κόπτη τας βρύσεις·     50                   ια΄.
    Eσύ ανθηρόν το στήθος σου,
φαιδρόν τον ουρανόν
έχεις, και από τα δένδρα σου
πολλή πάντοτε κρέμεται
                καρποφορία.     55                   ιβ΄.
    Kαθώς προτού νυκτώση,
μέσα εις τον κυανόχροον
αιθέρα, μόνος φαίνεται
λάμπων γλυκύς ο αστέρας
                της Αφροδίτης.     60                   ιγ΄.
    Kαθώς μυρτιά υπερήφανος
απ' άνθη φορτωμένη
και από δροσιάν αστράπτει,
όταν η αυγή χρυσόζωνος
                την χαιρετάη·     65                   ιδ΄.
    Oύτω το κύμα Iκάριον
κτυπούσα η βάρκα, βλέπει
σε εις τα νησία ανάμεσα
λαμπράν και υψηλοτάτην,
                και αγαλλιάζει.     70                   ιε΄.
    Tι εγίνηκαν η ημέραι,
ότε εις τας κορυφάς
του Kερκετέως δενδρόεντος
εχόρευον η τέχναι
                στεφανωμέναι.     75                   ις΄.
    Έρχονται, ω μακαρία
νήσος, έρχονται πάλιν·
το προμηνύουσι τ' άντρα σου
φλογώδη, εξ ων μυρίαι
                μάχαιραι εκβαίνουν.     80                   ιζ΄.
    Ως η σφήκες μαζόνονται
επί τα ολίγα λείψανα
σπαραγμένης ελάφου,
ή ταύρου οπού εκατάντησε
                δείπνον λεαίνης,     85                   ιη΄.
    Αλλ' αν βροντήση εξαίφνης,
πετάουν ευθύς και αφίνουσι
την ποθητήν τροφήν,
υπό τα δένδρα φεύγουσαι
                και υπό τους βράχους·     90                   ιθ΄.
    Oύτως, εις τα παράλια
ασιατικά, τα πλήθη
αγαρηνά αναρίθμητα
βλέπω 'να επισωρεύονται,
                όμως ματαίως.     95                   κ΄.
    Σάλπιγγα μεγαλόφθογγος
"οι Σάμιοι", κράζει, "οι Σάμιοι
και ιδού τα πόδια τρέμουσι
μυρίων ανδρών και αλόγων
                θορυβουμένων.     100                   κα΄.
    "Oι Σάμιοι·" ― και εσκορπίσθησαν
των απίστων αι φάλαγγες. ―
Α, τι, ω δειλοί, δεν μένετε
'να ιδήτε, αν το σπαθί μας
                κοπτερόν ήναι;     105                   κβ΄.
    Έρχονται, πάλιν έρχονται
χαράς ημέραι, ω Σάμος·
το προμηνύουν οι θρίαμβοι
πολλοί και θαυμαστοί,
                που σε δοξάζουν.     110                   κγ΄.
    Nήσος λαμπρά ευδαιμόνει·
ότε η δουλεία σε αμαύρονε,
σ' είδον· άμποτε νάλθω
'να φιλήσω το ελεύθερον
                ιερόν σου χώμα.     115                   κδ΄.
    Eάν φιλοτιμούμεθα
'να την 'ξαναποκτήσωμεν
μ' ίδρωτα και με' αίμα,
καλόν είναι το καύχημα
                της αρχαίας δόξης.     120Ανδρέας ΚάλβοςΩδή Τετάρτη. Eις Σάμον (από το H Λύρα, Ωκεανίδα 1997) - Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού.ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΛΒΟΣ (1792-1869)
 
[img]file:///C:\Users\Spyros\AppData\Local\Temp\msohtmlclip1\01\clip_image001.gif[/img]Ο Ανδρέας Κάλβος  (Απρίλιος 1792 – 3 Νοεμβρίου 1869) γεννήθηκε στη Ζάκυνθο, πρωτότοκος γιος του κερκυραίου γιατρού Ιωάννη Κάλβου και της ζακύνθιας αριστοκράτισσας Αδριανής Ρουκάνη. Μετά τη διάλυση του γάμου των γονιών του ο πατέρας του έφυγε για την Ιταλία, και ο ποιητής αναχώρησε το 1802 με το μικρότερο αδερφό του Νικόλαο, για να ζήσουν μαζί του.Το 1805 η μητέρα του χώρισε και επίσημα από τον πατέρα του και παντρεύτηκε στη Ζάκυνθο τον Κωνσταντίνο Καλέκα. Ο Κάλβος έμαθε τα πρώτα γράμματα στη Ζάκυνθο (σύμφωνα με ανεξακρίβωτη πληροφορία το 1800 ήταν μαθητής του Αντωνίου Μαρτελάου) και συνέχισε τις σπουδές του στην ελληνική παροικία στο Λιβόρνο και στη Φλωρεντία, όπου συνδέθηκε φιλικά με τον Ανδρέα Λουριώτη (1808). Εκεί έγραψε στα ιταλικά το (αποκηρυγμένο αργότερα και χαμένο εκτός του προλόγου) Άσμα στο Ναπολέοντα (1811).Το 1812 γνωρίστηκε στη Φλωρεντία με τον Ugo Foscolo, ο οποίος τον προσέλαβε αντιγραφέα του και δάσκαλο του προστατευομένου του Στέφανου Βούλτσου. Ακολούθησε συγκατοίκησή του με το Foscolo και βραχύ διάστημα παραμονής των δυο φίλων στην Ελβετία. Την περίοδο εκείνη έγραψε τρεις τραγωδίες στα ιταλικά: τον Θηραμένη (1812-13), μια αγνώστου τίτλου (1812-13) και τις Δαναϊδες (1815).Το 1816 φιλοξενήθηκε από τον Foscolo στην Αγγλία και πήρε μέρος στην προσπάθεια του τελευταίου για έκδοση έργων κλασικών συγγραφέων και μετέφρασε στα νέα ελληνικά το Βιβλίο κοινών προσευχών της Αγγλικανικής Εκκλησίας και ποιήματα (1819-1820). Ακολούθησε ρήξη στις σχέσεις του με το Foscolo και το 1819 γάμος του με την αγγλίδα Maria Teresa Josephine Thomas, η οποία πέθανε τον ίδιο χρόνο.Την περίοδο αυτή (1818-1819) ο Κάλβος έδωσε διαλέξεις στο πνευματικό κέντρο Argyll Rooms του Λονδίνου με θέμα την ελληνική γλώσσα. Μετά το θάνατο της γυναίκας του συνδέθηκε με την παλιά του συμμαθήτρια Susan F.Ridout, σχέση που δεν ευδοκίμησε. Την περίοδο εκείνη είχε επανασυνδεθεί μέσω των μεταφράσεων και κάποιων διαλέξεων με την ελληνική γλώσσα, είχε ωστόσο ιταλική συνείδηση και είχε ως πρότυπο τον Alfieri.Το φθινόπωρο του 1820 μετά από σύντομη παραμονή στο Παρίσι επέστρεψε στη Φλωρεντία και εντάχθηκε στο κίνημα των Καρμπονάρων. Ως την άνοιξη του 1821 συνέχισε να γράφει στα ιταλικά και συνέθεσε δύο τραγωδίες ακόμα. Την ίδια χρονιά συνελήφθη από την αστυνομία και απελάθηκε στη Γενεύη. Πληροφορίες αναφέρουν πως την περίοδο εκείνη έγραφε ένα ποίημα για την ελληνική εξέγερση στη Μολδαβία.Στη Γενεύη έμεινε από το 1821 ως το 1824 και έγραψε τις δέκα πρώτες Ωδές, τις οποίες τύπωσε το 1824 με τον τίτλο Λύρα. Το 1825 ταξίδεψε στο Παρίσι, όπου πήρε μπήκε στους φιλελληνικούς κύκλους και συνδέθηκε με έλληνες λογίους. Εκεί πραγματοποιήθηκε η έκδοση της νέας σειράς των Ωδών το 1826, με γαλλική μετάφραση του φίλοι του ποιητή και φιλέλληνα Panthier de Censay μαζί με τα Λυρικά του Αθανάσιου Χριστόπουλου.Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1826, έμεινε για λίγο στο Ναύπλιο και κατόπιν πήγε στην Κέρκυρα, όπου ανέλαβε την καθηγεσία στην Ιόνιο Ακαδημία και ανακηρύχτηκε διδάκτωρ της φιλοσοφίας. Παραιτήθηκε τον ίδιο χρόνο λόγω αντιδράσεων των πανεπιστημιακών κύκλων και ασχολήθηκε με ιδιαίτερα μαθήματα, συγγραφή φιλοσοφικών συγγραμμάτων και μεταφράσεις, κυρίως φιλοσοφικών πραγματειών.Στην Ακαδημία επαναδιορίστηκε το 1836 ως καθηγητής της Ιδεολογίας. Η διδασκαλία του στα ελληνικά προκάλεσε αντιδράσεις και εχθρικό κλίμα. Την περίοδο 1840-1841 επανήλθε στη διδασκαλία της Φιλοσοφίας και το Γενάρη του 1841 έγινε διευθυντής στο Κερκυραϊκό Λύκειο, θέση από την οποία παραιτήθηκε το Νοέμβρη του ίδιου χρόνου.Υπήρξε μέλος της Εταιρείας Μετάξης Κερκύρας (1845) και της Αναγνωστικής Εταιρείας Κερκύρας (1848). Με την ποίηση δεν ασχολήθηκε ξανά ως το θάνατό του (Σαν σήμερα, στις 3 Νοέμβρη του 1869).Το 1852 εγκατέλειψε την Κέρκυρα για την Αγγλία με τη μέλλουσα δεύτερη γυναίκα του Charlotte Augusta Wadams (την οποία γνώρισε κατά τη διάρκεια επίσκεψής της στην Κέρκυρα και παντρεύτηκε το 1853 στο Λονδίνο). Στην Αγγλία η Chrlotte εργάστηκε σε σχολεία του Essex και του Λονδίνου και το 1865 ανέλαβε τη διεύθυνση οικοτροφείου θηλέων στο Louth, όπου δίδαξε και ο Κάλβος. Εκεί πέθανε από πνευμονία.Ως ποιητής ο Κάλβος συμπίπτει χρονικά με την Επτανησιακή Σχολή, αποτελεί ωστόσο μια μοναχική περίπτωση δημιουργού, που συνδυάζει στοιχεία διαφόρων ρευμάτων (κλασικιστικά, ρομαντικά) και διαφοροποιείται από την Επτανησιακή Σχολή, κυρίως λόγω της ιδιομορφίας της γλώσσας του, η οποία διαθέτει σπουδαία εκφραστική και εικονοπλαστική δύναμη.Στην Ελλάδα έγινε γνωστός μετά το 1889 με αφορμή τη γνωστή διάλεξη του Παλαμά για την ποίησή του. Οι μελετητές της νεοελληνικής λογοτεχνίας ασχολήθηκαν κυρίως με τις Ωδές του, τα τελευταία χρόνια ωστόσο η έρευνα στρέφεται και γύρω από τα ιταλόφωνα έργα του.1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Ανδρέα Κάλβου βλ. Ζαφειρίου Λεύκιος, «Χρονολόγιο Ανδρέα Κάλβου», Πόρφυρας64-65 (Κέρκυρα), 1-6/1993, σ.7-24, Ζώρας Γεώργιος Θ., «Κάλβος Ανδρέας», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας7. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Κεχαγιόγλου Γιώργος, «Κάλβος Ανδρέας», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό4. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985 και Σοφικίτου Αντωνία Κ., «Ανδρέας Κάλβος (1792-1869)», Διαβάζω140, 26/3/1986, σ.4-11." (πηγή: http://ekebi.gr/)

Γρηγόριος Ξενόπουλος

grigorios_xenopoulos-1.JPG
Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος (1867 -1951) γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, αλλά η καταγωγή της οικογένειάς του ήταν ζακυνθινή. Μετά τη γέννησή του, η οικογένειά του μεταφέρθηκε στη Ζάκυνθο, όπου και μεγάλωσε. Σπούδασε μαθηματικά, αλλά ασχολήθηκε αποκλειστικά με τη λογοτεχνία και αναδείχθηκε μια από τις σημαντικότερες πνευματικές φυσιογνωμίες στο πρώτο μισό του αιώνα μας. Υπήρξε πολυγραφότατος συγγραφέας και άσκησε το συγγραφικό επάγγελμα βιοποριστικά. `Εγραψε ένα πλήθος μυθιστορήματα και διηγήματα, καθώς και κριτικές μελέτες και θεατρικά έργα. Αυτή η πληθωρική παραγωγή έβλαψε οπωσδήποτε την ποιότητα του έργου του, όπου συχνά φαίνονται τα σημάδια της προχειρότητας. Συγχρόνως, όμως, η κριτική τού αναγνώρισε την αφηγηματική ευχέρεια, την οξύτητα της παρατήρησης και την άψογη τεχνική. Δεν είναι εξάλλου χωρίς σημασία το πόσο ο Ξενόπουλος διαβάστηκε από ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό, ευρύνοντας έτσι το γενικότερο ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία. Ο Ξενόπουλος υπήρξε ο πρώτος διευθυντής του λογοτεχνικού περιοδικού “Νέα Εστία”, καθώς και αρχισυντάκτης του νεανικού περιοδικού “Διάπλασις των Παίδων”, όπου έγραψε θαυμάσια άρθρα με το ψευδώνυμο “Φαίδων”. Το 1931 έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Πέθανε στην Αθήνα το 1951. Τα “`Απαντα” του συγγραφέα καλύπτουν 11 τόμους. Τα γνωστότερα από τα έργα του είναι: “Στέλλα Βιολάντη”, “Ο Κόκκινος Βράχος”, “Πλούσιοι και φτωχοί”, “Τερέζα Βάρμα - Δακόστα”, “Οι Φοιτητές”, “Τίμιοι και άτιμοι”, “Τυχεροί και άτυχοι”, “Αναδυομένη”, “Ο κατήφορος”, “Το μυστικό της κοντέσας Βαλέραινας”, κ.ά.

Ούγος Φώσκολος

250px-ugo_foscolo.jpg
Ιταλός ποιητής και μυθιστοριογράφος, ελληνικής καταγωγής. Με το έργο του εξέφρασε τα πατριωτικά εθνικά συναισθήματα των Ιταλών κατά την ταραγμένη περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης, των Ναπολεόντειων Πολέμων και της επανόδου των Αυστριακών στη βόρεια Ιταλία. Τα ποιήματά του συγκαταλέγονται στα αριστουργήματα της ιταλικής λογοτεχνίας.Ο Ούγος Φώσκολος (Ugo Foscolo) γεννήθηκε στις 6 Φεβρουαρίου 1778 στη Ζάκυνθο, που τότε ήταν κτήση της Βενετίας. Το βαφτιστικό του όνομα ήταν Νικόλαος (Niccolò), το οποίο αργότερα άλλαξε σε Ούγος (Ugo). Πατέρας του ήταν ο βενετός γιατρός Ανδρέας Φώσκολος (Andrea Foscolo), ο οποίος είχε γεννηθεί στην Κέρκυρα. Μητέρα του ήταν η Ζακυνθινή Διαμαντίνα Σπαθή.Έζησε για ένα διάστημα, κατά τα παιδικά του χρόνια, στο Σπαλάτο (σημερινό Σπλιτ Κροατίας), όπου υπηρέτησε ο πατέρας του ως διευθυντής νοσοκομείου. Μετά τον θάνατο του πατέρα το 1788, η οικογένεια επέστρεψε στη Ζάκυνθο, όπου παρέμενε ως το 1794, οπότε εγκαταστάθηκε στη Βενετία. Δάσκαλός του στη Ζάκυνθο ήταν ο ποιητής Αντώνιος Μαρτελάος, ο οποίος του εμφύσησε την αγάπη για την Ελλάδα, την οποία ο Φώσκολος διατήρησε μέχρι το τέλος της ζωής του.Στη Βενετία, φοίτησε σε σχολείο Ιησουϊτών κι επιδόθηκε στη μελέτη των κλασικών γραμμάτων και της ρητορικής. Εκεί γνωρίστηκε με τους λογοτεχνικούς κύκλους, στους οποίους πρωταγωνιστούσε η κόμισσα Ιζαμπέλα Θεοτόκη Αλμπρίτσι, με την οποία συνδέθηκε ερωτικά. Σε ηλικία 19 ετών παρουσίασε την τραγωδία «Θυέστης», η οποία ανέβηκε με μεγάλη επιτυχία σε θέατρο της Βενετίας.Στην αρχή αισθανόταν μεγάλο θαυμασμό για τον Ναπολέοντα και όταν ο τελευταίος ανέτρεψε τη βενετική ολιγαρχία, ο Φώσκολος έγραψε την ωδή «Στον Ελευθερωτή Βοναπάρτη» («A Bonaparte liberatore», 1797). Γρήγορα, όμως, απογοητεύθηκε, όταν ο Ναπολέων παραχώρησε τη Βενετία στους Αυστριακούς με τη Συνθήκη του Κάμπο Φόρμιο (17 Οκτωβρίου 1797). Κατήγγειλε με θάρρος αυτή τη συναλλαγή στο μυθιστόρημά του «Οι τελευταίες επιστολές του Ιάκωβου Όρτις («Le ultime lettere di Jacopo Ortis», 1798).Πάντως, όταν οι Αυστριακοί και οι Ρώσοι εισέβαλαν στην Ιταλία το 1799, ο Φώσκολος και άλλοι ιταλοί πατριώτες πολέμησαν στο πλευρό των Γάλλων. Έπειτα από τη μάχη του Μαρένγκο (14 Ιουνίου 1800), ονομάστηκε λοχαγός της ιταλικής μεραρχίας του γαλλικού στρατού.Μετά την αφυπηρέτησή του, απασχολήθηκε για ένα διάστημα σε διάφορες θέσεις στο Μιλάνο, στη Μπολόνια και στη Φλωρεντία, όπου παράλληλα ζούσε έντονη και κάπως έκλυτη ζωή. Η συγκίνησή του από τη Ναυμαχία του Τραφάλγκαρ (21 Οκτωβρίου 1805) εκφράστηκε με ένα εγκώμιο του Νέλσωνα, το οποίο περιέλαβε στο αριστουργηματικό ποίημά του «Οι τάφοι» («I sepolcri», 1807), το οποίο ενέπνευσε το κίνημα του Ριζορτζιμέντο (το κίνημα για την ιταλική ενοποίηση, 1815-1871) και εξακολουθεί να είναι πολύ αγαπητό στο ιταλικό κοινό.Το 1807, μετά από σύντομη παραμονή στη Γαλλία, επέστρεψε στην Ιταλία και το 1808 τοποθετήθηκε καθηγητής της Ρητορικής στο Πανεπιστήμιο της Παβίας, αλλά στο τέλος του χρόνου η έδρα καταργήθηκε και ο Φώσκολος μετέβη στο Μιλάνο. Θεωρήθηκε ξανά ύποπτος, λόγω κάποιων σατιρικών αναφορών του στον Ναπολέοντα στην τραγωδία του «Αίας» («Ajace», 1811) και το 1812 εγκαταστάθηκε στη Φλωρεντία, όπου έγραψε το μεγάλο μέρος του περίφημου ποιήματός του «Οι Χάριτες» («Le Grazie»), το οποίο έμεινε ημιτελές. Το 1813 επανήλθε στο Μιλάνο.Έπειτα από την πτώση του Ναπολέοντα, ο Φώσκολος αρνήθηκε να υπηρετήσει τους Αυστριακούς. Kατέφυγε εξόριστος στην Ελβετία και το 1816 στην Αγγλία, μαζί με τον φίλο του Ανδρέα Κάλβο. Ως ιταλός πατριώτης, έτυχε θερμής υποδοχής από τους φιλελεύθερους κύκλους του Λονδίνου. Τελικά, όμως, ο δύσκολος χαρακτήρας του και η άσωτη ζωή του τον αποξένωσαν από πολλούς άγγλους φίλους του. Για να κερδίζει τα προς το ζην, παρέδιδε μαθήματα και συνεργαζόταν με περιοδικά, όπου δημοσίευσε σημαντικά άρθρα για την ιταλική λογοτεχνία.Το 1824, με επιστολή του στον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, γραμμένη στα ελληνικά, εξέφρασε την επιθυμία να κατέλθει στην επαναστατημένη Ελλάδα. Πλην, όμως, η κατάσταση της υγείας του διαρκώς χειροτέρευε από τις στερήσεις και τις κακουχίες και δεν κατέστη δυνατόν να πραγματοποιήσει την επιθυμία του.Ο Ούγος Φώσκολος πέθανε στο Λονδίνο στις 10 Σεπτεμβρίου 1827, σε ηλικία 49 ετών. Το 1871 η σορός του μεταφέρθηκε στη Φλωρεντία και τάφηκε στη Βασιλική του Τιμίου Σταυρού, πλάι στους τάφους επιφανών Ιταλών, όπως του Μιχαήλ Άγγελου, του Μακιαβέλι και του Γαλιλαίου. Το 1927 γιορτάσθηκε στη Ζάκυνθο η εκατονταετηρίδα του ποιητή, με τα αποκαλυπτήρια της προτομής του και την έκδοση αναμνηστικού λευκώματος.